Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Direct flight
01
άμεση πτήση
a flight between two points that takes place without changing planes, but might include stops on the way
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
direct flights
Παραδείγματα
Families traveling with young children often opt for a direct flight to minimize stress during their travels.
Οι οικογένειες που ταξιδεύουν με μικρά παιδιά επιλέγουν συχνά απευθείας πτήση για να ελαχιστοποιήσουν το άγχος κατά τη διάρκεια των ταξιδιών τους.



























