dining area
di
ˈdaɪ
dai
ning
nɪng
ning
a
e
rea
riə
riē

Ορισμός και σημασία του "dining area"στα αγγλικά

01

περιοχή φαγητού, τραπεζαρία

a space designated for eating meals, often furnished with a table and chairs 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dining areas
Παραδείγματα
The restaurant's dining area offers a cozy atmosphere for guests. 

Η τραπεζαρία του εστιατορίου προσφέρει μια ζεστή ατμόσφαιρα για τους επισκέπτες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store