Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to dine
01
δειπνώ, τρώω βραδινό
to have dinner
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
dine
γ΄ ενικό πρόσωπο
dines
ενεστώτα μετοχή
dining
απλός αόριστος
dined
παθητική μετοχή
dined
Παραδείγματα
The couple decided to dine at their favorite restaurant for their anniversary.
Το ζευγάρι αποφάσισε να δειπνήσει στο αγαπημένο του εστιατόριο για την επέτειό τους.
02
Εξυπηρέτησε τους καλεσμένους της με ένα νόστιμο σπιτικό γεύμα., Παρέθεσε στους καλεσμένους της ένα νόστιμο σπιτικό δείπνο.
to provide or serve dinner to someone
Transitive: to dine sb
Παραδείγματα
She dined her guests with a delicious homemade meal.
Εκείνη φιλοξένησε τους καλεσμένους της με ένα νόστιμο σπιτικό γεύμα.



























