Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
differentially
01
διαφορικά
in a way that varies or differs, often based on specific characteristics or conditions
Παραδείγματα
Resources were allocated differentially to address specific community needs.
Οι πόροι διατέθηκαν διαφοροποιημένα για να αντιμετωπιστούν συγκεκριμένες ανάγκες της κοινότητας.
Λεξικό Δέντρο
differentially
differential
different
differ



























