differential
di
ˌdɪ
di
ffe
ren
ˈrɛn
ren
tial
ʃəl
shēl
presidentialprovidentialpreferentialconfidential

Ορισμός και σημασία του "differential"στα αγγλικά

differential
01

διαφορικός

different in comparison to something else based on the circumstances 
differential definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The company offers employees a higher salary based on their level of experience, creating a pay scale with differential wages. 

Η εταιρεία προσφέρει στους εργαζόμενους υψηλότερο μισθό με βάση το επίπεδο εμπειρίας τους, δημιουργώντας μια κλίμακα μισθών με διαφορικούς μισθούς.

02

διαφορικός, παραγωγικός

involving or based on one or more derivatives 
Παραδείγματα
The differential equation models population growth. 

Η διαφορική εξίσωση μοντελοποιεί την αύξηση του πληθυσμού.

01

διαφορικό, απειροστή μεταβολή

(mathematics) a really small change in a function or variable 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
differentials
Παραδείγματα
The differential dx represents a small change in the variable x. 

Το διαφορικό dx αντιπροσωπεύει μια μικρή αλλαγή στη μεταβλητή x.

02

διαφορικό, σύστημα διαφορικού

a bevel gear assembly that allows two shafts to rotate at different speeds, typically used on a vehicle's rear axle to enable smooth cornering 
Παραδείγματα
The car's differential allows the wheels to turn at different speeds on a curve. 

Το διαφορικό του αυτοκινήτου επιτρέπει στους τροχούς να περιστρέφονται με διαφορετικές ταχύτητες σε μια καμπύλη.

03

διαφορικό, χαρακτηριστικό διαφοροποίησης

a distinguishing quality or characteristic that differentiates between similar things 
Παραδείγματα
Attention to detail is a key differential among top designers. 

Η προσοχή στη λεπτομέρεια είναι ένα βασικό διαφοροποιητικό χαρακτηριστικό μεταξύ των κορυφαίων σχεδιαστών.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store