dietary
die
ˈdaɪə
daie
ta
ry
ri
ri
proprietary

Ορισμός και σημασία του "dietary"στα αγγλικά

01

διατροφικός, σχετικός με τη διατροφή

related to the food and nutrition aspects of a person's diet 
dietary definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
nutrition, health, food
Παραδείγματα
She made dietary changes to improve her overall health and well-being. 

Έκανε αλλαγές διατροφής για να βελτιώσει τη γενική της υγεία και ευεξία.

01

δίαιτα, ημερήσια διατροφική επίδοση

a regulated daily food allowance 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
dietaries

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store