Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dichotomy
01
διχοτομία, διαίρεση
a division between two things that are represented as being entirely different
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dichotomies
Παραδείγματα
The novel explores the dichotomy between tradition and progress.
Το μυθιστόρημα εξερευνά τη διχοτομία ανάμεσα στην παράδοση και την πρόοδο.



























