Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dichotomy
01
διχοτομία, διαίρεση
a division between two things that are represented as being entirely different
Παραδείγματα
He struggled with the dichotomy of logic versus emotion.
Αγωνίστηκε με τη διχοτομία της λογικής έναντι του συναισθήματος.



























