diatribe
diat
ˈdaɪət
daiet
ribe
raɪb
raib

Ορισμός και σημασία του "diatribe"στα αγγλικά

01

διάτριβη, αιχμηρή κριτική

a harsh and severe criticism or verbal attack that is aimed toward a person or thing 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
diatribes
Παραδείγματα
The article was a diatribe against the new government policy. 

Το άρθρο ήταν μια διάτριβη κατά της νέας κυβερνητικής πολιτικής.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store