diarrhea
diarrh
ˌdaɪər
daier
ea
ɪə
ie
hymenaeanymphaeahaminoeagalleria
diarrhoea
diarrhœa

Ορισμός και σημασία του "diarrhea"στα αγγλικά

01

διάρροια, δυσεντερία

a medical condition in which body waste turns to liquid and comes out frequently 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
diarrheas
Παραδείγματα
Diarrhea is characterized by loose, watery stools occurring frequently throughout the day. 

Η διάρροια χαρακτηρίζεται από χαλαρά, νερώδη κόπρανα που εμφανίζονται συχνά κατά τη διάρκεια της ημέρας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store