Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Diagram
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
diagrams
Παραδείγματα
During the meeting, the manager used a diagram to outline the project ’s workflow.
Κατά τη διάρκεια της συνάντησης, ο διαχειριστής χρησιμοποίησε ένα διάγραμμα για να περιγράψει τη ροή εργασίας του έργου.
to diagram
01
διαγραμματίζω, σχεδιάζω
to represent or illustrate something using a drawing, chart, or schematic
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
diagram
γ΄ ενικό πρόσωπο
diagrams
ενεστώτα μετοχή
diagramming
απλός αόριστος
diagrammed
παθητική μετοχή
diagrammed
Παραδείγματα
The project manager diagrammed the timeline to keep everyone on track with deadlines.
Ο διαχειριστής του έργου διάγραψε το χρονοδιάγραμμα για να κρατήσει όλους σε εγρήγορση με τις προθεσμίες.
Λεξικό Δέντρο
diagrammatic
diagrammatical
diagram



























