diagram
diag
ˈdaɪəg
daieg
ram
ræm
rām
digram

Ορισμός και σημασία του "diagram"στα αγγλικά

01

διάγραμμα, σχέδιο

a graphic design intended to explain something 
diagram definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
diagrams
Παραδείγματα
The teacher used a diagram to explain the structure of the cell. 

Ο δάσκαλος χρησιμοποίησε ένα διάγραμμα για να εξηγήσει τη δομή του κυττάρου.

to diagram
01

διαγραμματίζω, σχεδιάζω

to represent or illustrate something using a drawing, chart, or schematic 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
diagram
γ΄ ενικό πρόσωπο
diagrams
ενεστώτα μετοχή
diagramming
απλός αόριστος
diagrammed
παθητική μετοχή
diagrammed
Παραδείγματα
The engineer diagrammed the new circuit design on the whiteboard. 

Ο μηχανικός διάγραψε το νέο σχέδιο κυκλώματος στον πίνακα.

Λεξικό Δέντρο

diagrammatic
diagrammatical
diagram
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store