diagram
diag
ˈdaɪəg
νταιαγκ
ram
ræm
ραιμ
/dˈa‌ɪəɡɹˌæm/

Ορισμός και σημασία του "diagram"στα αγγλικά

01

διάγραμμα, σχέδιο

a graphic design intended to explain something
diagram definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
diagrams
Παραδείγματα
During the meeting, the manager used a diagram to outline the project ’s workflow.
Κατά τη διάρκεια της συνάντησης, ο διαχειριστής χρησιμοποίησε ένα διάγραμμα για να περιγράψει τη ροή εργασίας του έργου.
to diagram
01

διαγραμματίζω, σχεδιάζω

to represent or illustrate something using a drawing, chart, or schematic
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
diagram
γ΄ ενικό πρόσωπο
diagrams
ενεστώτα μετοχή
diagramming
απλός αόριστος
diagrammed
παθητική μετοχή
diagrammed
Παραδείγματα
The project manager diagrammed the timeline to keep everyone on track with deadlines.
Ο διαχειριστής του έργου διάγραψε το χρονοδιάγραμμα για να κρατήσει όλους σε εγρήγορση με τις προθεσμίες.

Λεξικό Δέντρο

diagrammatic
diagrammatical
diagram
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store