diachronic
diach
ˌdaɪək
daiek
ro
ro
nic
nɪk
nik

Ορισμός και σημασία του "diachronic"στα αγγλικά

diachronic
01

διαχρονικός, ιστορικός

related to the study or analysis of phenomena or changes over time, particularly within linguistics or historical contexts 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Diachronic linguistics looks at how words change meaning over centuries. 

Η διαχρονική γλωσσολογία εξετάζει πώς οι λέξεις αλλάζουν σημασία κατά τη διάρκεια των αιώνων.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store