Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dexterous
01
επιδέξιος, ικανός
skillful or quick in using one's hands or body
Παραδείγματα
The magician performed dexterous tricks that left the audience in awe.
Ο μάγος έκανε επιδέξια κόλπα που άφησαν το κοινό κατάπληκτο.
Λεξικό Δέντρο
dexterously
dexterous
dexter



























