devolve on
de
ντι
volve
ˈvɑ:lv
βαλβ
on
ɑ:n
αν
/dɪvˈɒlv ˈɒn/

Ορισμός και σημασία του "devolve on"στα αγγλικά

to devolve on
01

μεταβιβάζω, αντιπροσωπεύω

to transfer or delegate responsibility, authority, or a specific matter to a particular individual, group, or entity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
devolve
ενεστώτας
devolve on
γ΄ ενικό πρόσωπο
devolves on
ενεστώτα μετοχή
devolving on
απλός αόριστος
devolved on
παθητική μετοχή
devolved on
Παραδείγματα
The president decided to devolve on the foreign affairs minister the delicate task of negotiating a diplomatic resolution.
Ο πρόεδρος αποφάσισε να αναθέσει στον υπουργό εξωτερικών την ευαίσθητη αποστολή της διαπραγμάτευσης μιας διπλωματικής επίλυσης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store