to devolve on
de
ντι
volve
ˈvɒlv
βολβ
on
ɒn
ον

Ορισμός και σημασία του "devolve on"στα αγγλικά

to devolve on
01

μεταβιβάζω, αντιπροσωπεύω

to transfer or delegate responsibility, authority, or a specific matter to a particular individual, group, or entity 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
devolve
ενεστώτας
devolve on
γ΄ ενικό πρόσωπο
devolves on
ενεστώτα μετοχή
devolving on
απλός αόριστος
devolved on
παθητική μετοχή
devolved on
Παραδείγματα
In times of crisis, emergency response responsibilities often devolve on specialized agencies equipped to handle the situation. 

Σε καιρούς κρίσης, οι ευθύνες έκτακτης ανάγκης συχνά ανατίθενται σε εξειδικευμένες υπηρεσίες που είναι εξοπλισμένες να αντιμετωπίσουν την κατάσταση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store