Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to devolve
01
επιδεινώνομαι, εκφυλίζομαι
grow worse
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
devolve
γ΄ ενικό πρόσωπο
devolves
ενεστώτα μετοχή
devolving
απλός αόριστος
devolved
παθητική μετοχή
devolved
02
μεταβιβάζομαι, εκφυλίζομαι
a genus of Phasmidae
03
μεταβιβάζω, αναθέτω
to transfer power, responsibility, or authority to the next person in a hierarchy or succession, often due to the loss or failure of the previous holder
Παραδείγματα
Upon the general ’s death, command of the army devolved to his most trusted lieutenant.
Μετά το θάνατο του στρατηγού, η διοίκηση του στρατού περάστηκε στον πιο έμπιστο υπολοχαγό του.
04
αναθέτω, εξουσιοδοτώ
pass on or delegate to another
Λεξικό Δέντρο
devolution
devolvement
devolve



























