Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to devolve
01
επιδεινώνομαι, εκφυλίζομαι
grow worse
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
devolve
γ΄ ενικό πρόσωπο
devolves
ενεστώτα μετοχή
devolving
απλός αόριστος
devolved
παθητική μετοχή
devolved
02
μεταβιβάζομαι, εκφυλίζομαι
a genus of Phasmidae
03
μεταβιβάζω, αναθέτω
to transfer power, responsibility, or authority to the next person in a hierarchy or succession, often due to the loss or failure of the previous holder
Παραδείγματα
The throne will devolve to the eldest son upon the king’s death.
Ο θρόνος θα περιέλθει στον πρωτότοκο γιο μετά το θάνατο του βασιλιά.
04
αναθέτω, εξουσιοδοτώ
pass on or delegate to another
Λεξικό Δέντρο
devolution
devolved
devolvement
devolve



























