Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Aliveness
01
ζωντάνια, κατάσταση ζωής
the condition of living or the state of being alive
02
ζωντάνια, ζωτικότητα
the property of being animated; having animal life as distinguished from plant life
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
alivenesses
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
aliveness
alive



























