detonator
de
ˈdɛ
de
to
na
neɪ
nei
tor

Ορισμός και σημασία του "detonator"στα αγγλικά

01

πυροκροτητής, ανάφλεξη

a device or small charge used to start an explosive reaction 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
detonators
Παραδείγματα
The engineer carefully set the detonator. 

Ο μηχανικός ρύθμισε προσεκτικά τον πυροκροτητή.

Λεξικό Δέντρο

detonator
detonate
deton
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store