Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to detect
01
ανιχνεύω, ανακαλύπτω
to notice or discover something that is difficult to find
Transitive: to detect sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
detect
γ΄ ενικό πρόσωπο
detects
ενεστώτα μετοχή
detecting
απλός αόριστος
detected
παθητική μετοχή
detected
Παραδείγματα
The lifeguard detected signs of distress in the swimmer and acted promptly.
Ο ναυαγοσώστης ανίχνευσε σημάδια αγωνίας στον κολυμβητή και ενεργήθηκε αμέσως.
Λεξικό Δέντρο
detectable
detected
detecting
detect



























