Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to detect
01
ανιχνεύω, ανακαλύπτω
to notice or discover something that is difficult to find
Transitive: to detect sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
detect
γ΄ ενικό πρόσωπο
detects
ενεστώτα μετοχή
detecting
απλός αόριστος
detected
παθητική μετοχή
detected
Παραδείγματα
The security system is designed to detect unauthorized access to the building.
Το σύστημα ασφαλείας έχει σχεδιαστεί για να ανιχνεύει μη εξουσιοδοτημένη πρόσβαση στο κτίριο.
Λεξικό Δέντρο
detectable
detected
detecting
detect



























