Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Desperation
01
απελπισία, απογνώριση
a state of extreme urgency, hopelessness, or despair
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The refugees crossed the border in a state of desperation, seeking safety from the conflict in their homeland.
Οι πρόσφυγες διέσχισαν τα σύνορα σε κατάσταση απελπισίας, αναζητώντας ασφάλεια από τη σύρραξη στην πατρίδα τους.
02
απελπισία, απελπισία
reckless or extreme behavior motivated by urgent need or fear
Παραδείγματα
Soldiers fought with desperation when their position was overrun.
Οι στρατιώτες πολέμησαν με απελπισία όταν η θέση τους κατακτήθηκε.



























