Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Desperation
01
απελπισία, απογνώριση
a state of extreme urgency, hopelessness, or despair
Παραδείγματα
The threat of eviction left the struggling family in a state of desperation, unsure where to turn for help.
Η απειλή της desesperacióndesesperaciónαπέλασης άφησε την αγωνιζόμενη οικογένεια σε κατάσταση απελπισίας, μη ξέροντας πού να στραφούν για βοήθεια.
02
απελπισία, απελπισία
reckless or extreme behavior motivated by urgent need or fear
Παραδείγματα
The hiker 's desperation forced him to climb the sheer cliff with no safety gear.
Η απελπισία του ορειβάτη τον ανάγκασε να σκαρφαλώσει στον απόκρημνο βράχο χωρίς εξοπλισμό ασφαλείας.



























