Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Desolation
01
ερημία, εγκατάλειψη
a state of complete emptiness, loneliness, or devastation
Παραδείγματα
Standing amidst the ruins, the explorer felt a profound sense of desolation, imagining the vibrant city that once existed.
Στεκόμενος ανάμεσα στα ερείπια, ο εξερευνητής ένιωσε μια βαθιά αίσθηση ερημιάς, φανταζόμενος την ζωντανή πόλη που κάποτε υπήρχε.
02
ερήμωση, καταστροφή
the state of being decayed or destroyed
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
03
ερήμωση, καταστροφή
an event that results in total destruction
04
ερήμωση, έρημος
a bleak and desolate atmosphere
Λεξικό Δέντρο
desolation
desolate



























