Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Desolation
01
ερημία, εγκατάλειψη
a state of complete emptiness, loneliness, or devastation
Παραδείγματα
The war veteran returned to the battlefield, overwhelmed by the desolation that contrasted sharply with memories of camaraderie.
Ο βετεράνος του πολέμου επέστρεψε στο πεδίο μάχης, συγκλονισμένος από την ερημιά που αντιπαραβαλλόταν έντονα με τις αναμνήσεις της συντροφικότητας.
02
ερήμωση, καταστροφή
the state of being decayed or destroyed
03
ερήμωση, καταστροφή
an event that results in total destruction
04
ερήμωση, έρημος
a bleak and desolate atmosphere
Λεξικό Δέντρο
desolation
desolate



























