Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to desecrate
01
βεβηλώνω, καταπατώ
to insult or damage something that people greatly respect or consider holy, particularly a place
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
desecrate
γ΄ ενικό πρόσωπο
desecrates
ενεστώτα μετοχή
desecrating
απλός αόριστος
desecrated
παθητική μετοχή
desecrated
Παραδείγματα
Vandals desecrated the church by spray-painting graffiti on its walls.
Οι βάνδαλοι βεβήλωσαν την εκκλησία ζωγραφίζοντας γκράφιτι στους τοίχους της.
02
βεβηλώνω, καταπατώ
to treat something valuable inconsiderately, in a way that affects it badly
Παραδείγματα
Many lanes are desecrated with yellow lines.
Πολλές λωρίδες βεβηλώνονται με κίτρινες γραμμές.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
desecrated
desecration
desecrate



























