depths
depths
dɛpθs
depths

Ορισμός και σημασία του "depths"στα αγγλικά

01

βάθη, άβυσσος

the deepest or most remote parts of something, often used to describe the farthest or most hidden aspects 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
depths
Παραδείγματα
The exploration team descended into the depths of the cave to map its uncharted areas. 

Η ομάδα εξερεύνησης κατέβηκε στα βάθη της σπηλιάς για να χαρτογραφήσει τις αχαρτογράφητες περιοχές της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store