Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
depicted
01
απεικονιζόμενος, ζωγραφισμένος
represented graphically by sketch or design or lines
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
art, representation
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
undepicted
depicted
depict



























