depicted
de
ντι
pic
ˈpɪk
πικ
ted
tɪd
τιντ
dejecteddeparteddetecteddepleted

Ορισμός και σημασία του "depicted"στα αγγλικά

01

απεικονιζόμενος, ζωγραφισμένος

represented graphically by sketch or design or lines 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
art, representation

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

undepicted
depicted
depict
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store