Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to depict
01
απεικονίζω, περιγράφω
to describe a specific subject, scene, person, etc.
Transitive: to depict a scene or situation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
depict
γ΄ ενικό πρόσωπο
depicts
ενεστώτα μετοχή
depicting
απλός αόριστος
depicted
παθητική μετοχή
depicted
Παραδείγματα
The artist has been depicting various cultural traditions throughout the year.
Ο καλλιτέχνης απεικόνισε διάφορες πολιτιστικές παραδόσεις καθ' όλη τη διάρκεια του έτους.
02
απεικονίζω, περιγράφω
to represent or show something or someone by a work of art
Transitive: to depict a sight
Παραδείγματα
The stained glass window in the church depicts religious scenes from the Bible.
Το βιτρώ στο ναό απεικονίζει θρησκευτικές σκηνές από τη Βίβλο.
Λεξικό Δέντρο
depicted
depicting
depiction
depict



























