Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to depict
01
απεικονίζω, περιγράφω
to describe a specific subject, scene, person, etc.
Transitive: to depict a scene or situation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
depict
γ΄ ενικό πρόσωπο
depicts
ενεστώτα μετοχή
depicting
απλός αόριστος
depicted
παθητική μετοχή
depicted
Παραδείγματα
The artist’s work often depicts scenes from daily life in a vibrant style.
Το έργο του καλλιτέχνη συχνά απεικονίζει σκηνές από την καθημερινή ζωή με ένα ζωηρό ύφος.
02
απεικονίζω, περιγράφω
to represent or show something or someone by a work of art
Transitive: to depict a sight
Παραδείγματα
The painting depicts a serene landscape, with rolling hills and a tranquil river winding through the valley.
Ο πίνακας απεικονίζει ένα γαλήνιο τοπίο, με κυματιστά λόφια και ένα ήρεμο ποτάμι που διασχίζει την κοιλάδα.
Λεξικό Δέντρο
depicted
depicting
depiction
depict



























