Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dependent variable
01
εξαρτημένη μεταβλητή, εξηγούμενη μεταβλητή
(statistics) a variable whose value is determined by the value of another variable in a function
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dependent variables



























