denunciation
Pronunciation
/dɪˌnənsiˈeɪʃən/

Ορισμός και σημασία του "denunciation"στα αγγλικά

01

καταγγελία

the act of publicly criticizing or condemning someone
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
denunciations

Λεξικό Δέντρο

denunciation
denounce
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store