Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Denunciation
01
καταγγελία
the act of publicly criticizing or condemning someone
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
denunciations
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
denunciation
denounce



























