dentistry
den
ˈdɛn
den
tist
tɪst
tist
ry
ri
ri

Ορισμός και σημασία του "dentistry"στα αγγλικά

01

οδοντιατρική, οδοντολογία

a field of medicine that deals with the mouth and teeth 
dentistry definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο

Λεξικό Δέντρο

dentistry
dentist
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store