Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to dent
01
κάνω βαθούλωμα, σπρώχνω για να δημιουργήσω βαθούλωμα
make a hollow in a surface, usually by applying pressure or force
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
dent
γ΄ ενικό πρόσωπο
dents
ενεστώτα μετοχή
denting
απλός αόριστος
dented
παθητική μετοχή
dented
Dent
01
μείωση, ελάττωση
an appreciable consequence (especially a lessening)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dents
02
βαθούλωμα, χαντάκι
an impression in a surface (as made by a blow)
03
βαθούλωμα, χαντάκι
a depression or hollow in a surface, typically caused by impact or pressure
Παραδείγματα
The car door had a noticeable dent from where it had been hit by a shopping cart.
Η πόρτα του αυτοκινήτου είχε ένα αξιοσημείωτο βαθούλωμα από το σημείο που χτυπήθηκε από ένα καλάθι αγορών.
Λεξικό Δέντρο
dented
dent



























