Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to denigrate
01
δυσφημώ, κακολογώ
to intentionally make harmful statements to damage a person or thing's worth or reputation
Transitive: to denigrate sb/sth
Παραδείγματα
Rather than offering constructive criticism, the critic chose to denigrate the artist, questioning their talent and integrity.
Αντί να προσφέρει εποικοδομητική κριτική, ο κριτικός επέλεξε να δυσφημίσει τον καλλιτέχνη, αμφισβητώντας το ταλέντο και την ακεραιότητά του.
02
δυσφημώ, μειώνω
to disparage or belittle something by denying its importance, validity, or worth
Transitive: to denigrate sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
denigrate
γ΄ ενικό πρόσωπο
denigrates
ενεστώτα μετοχή
denigrating
απλός αόριστος
denigrated
παθητική μετοχή
denigrated
Παραδείγματα
Critics of the environmental movement often denigrate efforts to combat climate change.
Οι κριτικοί του περιβαλλοντικού κινήματος συχνά δυσφημούν τις προσπάθειες καταπολέμησης της κλιματικής αλλαγής.
Λεξικό Δέντρο
denigrating
denigration
denigrative
denigrate
denigr



























