Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Alibi
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
alibis
Παραδείγματα
Her alibi of attending a family gathering was corroborated by multiple family members.
Το άλλοθι της ότι παρευρέθηκε σε μια οικογενειακή συγκέντρωση επιβεβαιώθηκε από πολλά μέλη της οικογένειας.
02
άλλοθι, δικαιολογία
an explanation or excuse offered to justify or defend an offensive action, failure, or mistake
Παραδείγματα
He gave a weak alibi to explain his rudeness.
Έδωσε ένα αδύναμο άλλοθι για να εξηγήσει την αγένειά του.
to alibi
01
αθωώνω, απαλλάσσω από υποψίες
to clear someone from suspicion of a crime by providing an alibi
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
alibi
γ΄ ενικό πρόσωπο
alibis
ενεστώτα μετοχή
alibiing
απλός αόριστος
alibied
παθητική μετοχή
alibied
Παραδείγματα
Friends and coworkers alibied her for the time of the incident.
Φίλοι και συνάδελφοι την αθώωσαν για την ώρα του συμβάντος.



























