alibi
a
ˈæ
ā
li
bi
ˌbaɪ
bai

Ορισμός και σημασία του "alibi"στα αγγλικά

01

άλλοθι

proof that indicates a person was somewhere other than the place where a crime took place and therefore could not have committed it 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
alibis
Παραδείγματα
The suspect's alibi placed him at a restaurant with friends at the time of the crime. 

Το άλλοθι του ύποπτου τον τοποθετούσε σε ένα εστιατόριο με φίλους τη στιγμή του εγκλήματος.

02

άλλοθι, δικαιολογία

an explanation or excuse offered to justify or defend an offensive action, failure, or mistake 
Παραδείγματα
He used traffic as an alibi for being late. 

Χρησιμοποίησε την κίνηση ως άλλοθι για την καθυστέρησή του.

to alibi
01

αθωώνω, απαλλάσσω από υποψίες

to clear someone from suspicion of a crime by providing an alibi 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
alibi
γ΄ ενικό πρόσωπο
alibis
ενεστώτα μετοχή
alibiing
απλός αόριστος
alibied
παθητική μετοχή
alibied
Παραδείγματα
The witnesses helped to alibi the defendant. 

Οι μάρτυρες βοήθησαν να αθωωθεί ο κατηγορούμενος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store