Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Demography
01
δημογραφία, δημογραφική μελέτη
the statistical study of populations, including their size, distribution, composition, and changes over time due to factors such as birth, death, migration, and aging
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Demography provides valuable insights into trends and patterns in population growth and distribution.
Η δημογραφία παρέχει πολύτιμες πληροφορίες για τις τάσεις και τα μοτίβα στην ανάπτυξη και την κατανομή του πληθυσμού.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
demographic
demography



























