demography
Pronunciation
/dɪˈmɑɡɹəfi/

Ορισμός και σημασία του "demography"στα αγγλικά

01

δημογραφία, δημογραφική μελέτη

the statistical study of populations, including their size, distribution, composition, and changes over time due to factors such as birth, death, migration, and aging
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Changes in demography can have profound implications for healthcare, education, and social services.
Οι αλλαγές στην δημογραφία μπορεί να έχουν βαθιές επιπτώσεις στην υγειονομική περίθαλψη, την εκπαίδευση και τις κοινωνικές υπηρεσίες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store