Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
demented
01
παράφρων, που πάσχει από άνοια
associated with severe cognitive decline, leading to memory loss, confusion, etc.
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most demented
συγκριτικός βαθμός
more demented
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Demented individuals struggle with recognizing faces and environments.
Τα άτομα με άνοια δυσκολεύονται να αναγνωρίσουν πρόσωπα και περιβάλλοντα.
Λεξικό Δέντρο
dementedly
dementedness
demented



























