Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Delta
01
δέλτα, εκβολή
a landform at a river's mouth, shaped by sediment deposition and characterized by distributaries
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
deltas
Παραδείγματα
The river gradually formed a delta as it reached the open sea.
Ο ποταμός σχημάτισε σταδιακά ένα δέλτα καθώς έφτανε στην ανοιχτή θάλασσα.
02
δέλτα
the 4th letter of the Greek alphabet
03
δέλτα, ισόπλευρο τρίγωνο
an object shaped like an equilateral triangle



























