Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Delta
01
δέλτα, εκβολή
a landform at a river's mouth, shaped by sediment deposition and characterized by distributaries
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
deltas
Παραδείγματα
The delta region is home to a variety of bird species attracted to its diverse wetland habitats.
Η περιοχή του δέλτα είναι το σπίτι μιας ποικιλίας ειδών πτηνών που προσελκύονται από τα ποικίλα υγροβιότοπά της.
02
δέλτα
the 4th letter of the Greek alphabet
03
δέλτα, ισόπλευρο τρίγωνο
an object shaped like an equilateral triangle



























