Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to delouse
01
ξεψυχίζω, αφαιρώ ψείρες
to remove lice or similar insects from someone's hair or an animals coating
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
delouse
γ΄ ενικό πρόσωπο
delouses
ενεστώτα μετοχή
delousing
απλός αόριστος
deloused
παθητική μετοχή
deloused



























