Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
delightfully
01
ευχάριστα, γοητευτικά
in a manner that brings great pleasure, enjoyment, or satisfaction
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The garden was delightfully adorned with vibrant flowers and fragrant herbs.
Ο κήπος ήταν ευχάριστα διακοσμημένος με ζωηρά λουλούδια και αρωματικά βότανα.
Λεξικό Δέντρο
delightfully
delightful
delight



























