deictic
deic
ˈdeɪk
ντεικ
tic
tɪk
τικ
/dˈeɪktɪk/

Ορισμός και σημασία του "deictic"στα αγγλικά

01

δεικτικός, δεικτική λέξη

a word or expression that relies on the context of the utterance for its interpretation, particularly in terms of spatial, temporal, or personal reference
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
deictics
01

δεικτικός, σχετικός με μια λέξη της οποίας η αναφορά εξαρτάται από τις συνθήκες χρήσης της

relating to or characteristic of a word whose reference depends on the circumstances of its use
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store