deferential
de
ˌdɛ
ντε
fe
φα
ren
ˈrɛn
ρεν
tial
ʃəl
σαλ
penitentialreverentialinferentialexponential

Ορισμός και σημασία του "deferential"στα αγγλικά

deferential
01

σεβαστικός

showing respect and esteem toward someone, especially a superior 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most deferential
συγκριτικός βαθμός
more deferential
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, social, respect
Παραδείγματα
Her deferential manner in the courtroom earned her the respect of both the judge and her peers. 

Ο σεβαστικός τρόπος της στο δικαστήριο της χάρισε το σεβασμό τόσο του δικαστή όσο και των συναδέλφων της.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

deferentially
undeferential
deferential
deferent
defer
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store