defeatism
de
ντι
fea
ˈfi:
φι
ti
τι
sm
zəm
ζαμ
pietism

Ορισμός και σημασία του "defeatism"στα αγγλικά

01

ηττοπάθεια, παραίτηση

an attitude that makes someone believe that they do not stand a chance in a particular situation 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

defeatism
defeat
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store