Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Defeatism
01
ηττοπάθεια, παραίτηση
an attitude that makes someone believe that they do not stand a chance in a particular situation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
defeatism
defeat



























