Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
decorative
01
διακοσμητικός, στολιστικός
intended to look attractive rather than being of practical use
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most decorative
συγκριτικός βαθμός
more decorative
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The decorative pillows on the sofa added a touch of elegance and color to the living room.
Τα διακοσμητικά μαξιλάρια στον καναπέ πρόσθεσαν μια πινελιά κομψότητας και χρώματος στο σαλόνι.
Λεξικό Δέντρο
decoratively
decorativeness
decorative
decorate
decor



























