Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
decorative
01
διακοσμητικός, στολιστικός
intended to look attractive rather than being of practical use
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most decorative
συγκριτικός βαθμός
more decorative
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The decorative tile mosaic in the foyer depicted scenes from local history, serving as both artwork and a conversation piece for visitors.
Το διακοσμητικό ψηφιδωτό πλακιδίων στο φουαγιέ απεικόνιζε σκηνές από την τοπική ιστορία, λειτουργώντας τόσο ως έργο τέχνης όσο και ως θέμα συζήτησης για τους επισκέπτες.
Λεξικό Δέντρο
decoratively
decorativeness
decorative
decorate
decor



























