decor
de
ˈdɛ
de
cor
decolor
décor

Ορισμός και σημασία του "decor"στα αγγλικά

01

διακόσμηση, στολίδι

the way a room or building's interior is decorated 
decor definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The restaurant's vintage decor created a cozy and nostalgic atmosphere. 

Ο βινταζ διακόσμηση του εστιατορίου δημιούργησε μια ζεστή και νοσταλγική ατμόσφαιρα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

decorate
decor
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store