Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Declamation
01
απαγγελία
a strong statement or a piece of writing that expresses certain feelings and opinions
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
declamations
Παραδείγματα
In his declamation, the politician made a passionate announcement about his plans for improving healthcare in the country.
Στην απαγγελία του, ο πολιτικός έκανε μια παθιασμένη ανακοίνωση για τα σχέδιά του για τη βελτίωση της υγειονομικής περίθαλψης στη χώρα.
02
απαγγελία, ρητορική τέχνη
the art or practice of giving a speech or reciting a poem with expression and gestures, especially as an exercise for public speaking or performance
Παραδείγματα
The actor's declamation of Shakespeare's monologue was a captivating performance, as he skillfully conveyed the character's emotions through his expressive delivery.
Η απαγγελία του μονόλογου του Σαίξπηρ από τον ηθοποιό ήταν μια συναρπαστική παράσταση, καθώς με επιδεξιότητα μετέφερε τα συναισθήματα του χαρακτήρα μέσα από την εκφραστική του παράδοση.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
declamation
declamat



























