Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Decennary
01
δεκαετία, περίοδος δέκα ετών
a period of 10 years
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
decennaries
LanGeek



























