Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Decency
01
ευπρέπεια, κοσμιότητα
the quality of conforming to standards of propriety and morality
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02
ευπρέπεια, καλοσύνη
the quality of being proper, polite, and conformity to social norms
Λεξικό Δέντρο
indecency
decency
decent
dec



























