Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to decelerate
01
επιβραδύνω, μειώνω την ταχύτητα
to slow down or reduce the speed of something
Transitive: to decelerate a moving vehicle or object
Παραδείγματα
To protect fragile cargo, the crane operator must gently decelerate the load when lowering it onto the dock.
Για να προστατεύσει εύθραυστα φορτία, ο χειριστής του γερανού πρέπει να επιβραδύνει απαλά το φορτίο όταν το κατεβάζει στην αποβάθρα.
02
επιβραδύνω, μειώνω την ταχύτητα
to get lessened in speed over time
Intransitive
Παραδείγματα
Cyclists decelerate when navigating steep downhill curves for safety.
Οι ποδηλάτες επιβραδύνουν όταν πλοηγούνται σε απότομες κατηφορικές καμπύλες για ασφάλεια.
Λεξικό Δέντρο
deceleration
decelerate
accelerate
acceler



























