Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to decamp
01
αποχωρώ αιφνίδια, φεύγω απροσδόκητα
to depart suddenly or unexpectedly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
decamp
γ΄ ενικό πρόσωπο
decamps
ενεστώτα μετοχή
decamping
απλός αόριστος
decamped
παθητική μετοχή
decamped
Παραδείγματα
Due to the escalating conflict, many families decided to decamp from the war-torn region and seek refuge in neighboring countries.
Λόγω της κλιμάκωσης της σύγκρουσης, πολλές οικογένειες αποφάσισαν να αποχωρήσουν ξαφνικά από την περιοχή που καταστράφηκε από τον πόλεμο και να αναζητήσουν καταφύγιο σε γειτονικές χώρες.
02
το σκάω, δραπετεύω
run away; usually includes taking something or somebody along
03
αποχωρώ από το καταύλισμα, εγκαταλείπω το στρατόπεδο
leave a camp
Λεξικό Δέντρο
decampment
decamp
camp



























