Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Debutante
01
ντεμπουτάντ, νέα αφίχθη
a woman who is making a public appearance for the first time, especially in movies or sports
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
debutantes
αρσενικό ενικό
debutant
θηλυκό ενικό
debutante
neutral form
debutant



























