to debut
Pronunciation
/ˈdeɪbju/, /deɪbˈju/
début

Ορισμός και σημασία του "debut"στα αγγλικά

to debut
01

κάνω το ντεμπούτο μου, παρουσιάζω για πρώτη φορά

to introduce something or someone to the public for the first time
Transitive: to debut a piece or product
to debut definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
debut
γ΄ ενικό πρόσωπο
debuts
ενεστώτα μετοχή
debuting
απλός αόριστος
debuted
παθητική μετοχή
debuted
Παραδείγματα
The band debuted their new album on social media last night.
Το συγκρότημα παρουσίασε το νέο του άλμπουμ στα social media χθες το βράδυ.
02

κάνω το ντεμπούτο μου, εμφανίζομαι για πρώτη φορά

to appear or be presented in public for the first time
Intransitive
Παραδείγματα
The young pianist debuted in the concert hall, playing a beautiful melody.
Ο νέος πιανίστας έκανε το ντεμπούτο του στην αίθουσα συναυλιών, παίζοντας μια όμορφη μελωδία.
03

κάνω το ντεμπούτο μου, εμφανίζομαι για πρώτη φορά

to appear for the first time, especially when introduced to the public or released
Intransitive
Παραδείγματα
The new restaurant debuted in the heart of the city, offering a unique dining experience.
Το νέο εστιατόριο έκανε το ντεμπούτο του στην καρδιά της πόλης, προσφέροντας μια μοναδική γαστρονομική εμπειρία.
01

παρθενική εμφάνιση

the act of beginning something new
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
debuts
02

παρθενική εμφάνιση

the presentation of a debutante in society
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store