Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to debut
01
κάνω το ντεμπούτο μου, παρουσιάζω για πρώτη φορά
to introduce something or someone to the public for the first time
Transitive: to debut a piece or product
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
debut
γ΄ ενικό πρόσωπο
debuts
ενεστώτα μετοχή
debuting
απλός αόριστος
debuted
παθητική μετοχή
debuted
Παραδείγματα
The singer debuts her new song at the music festival.
Η τραγουδίστρια κάνει το ντεμπούτο της με το νέο της τραγούδι στο μουσικό φεστιβάλ.
02
κάνω το ντεμπούτο μου, εμφανίζομαι για πρώτη φορά
to appear or be presented in public for the first time
Intransitive
Παραδείγματα
She debuted as the lead singer at the concert last night.
Έκανε το ντεμπούτο της ως κύρια τραγουδίστρια στο συναυλία χθες το βράδυ.
03
κάνω το ντεμπούτο μου, εμφανίζομαι για πρώτη φορά
to appear for the first time, especially when introduced to the public or released
Intransitive
Παραδείγματα
The new smartphone debuted last week, offering cutting-edge features.
Το νέο smartphone έκανε το ντεμπούτο του την περασμένη εβδομάδα, προσφέροντας πρωτοποριακά χαρακτηριστικά.
Debut
01
παρθενική εμφάνιση
the act of beginning something new
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
debuts
02
παρθενική εμφάνιση
the presentation of a debutante in society



























