Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to debunk
01
απομυθοποιώ, αναιρώ
to reveal the exaggeration or falseness of a belief, claim, idea, etc.
Transitive: to debunk an idea or belief
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
debunk
γ΄ ενικό πρόσωπο
debunks
ενεστώτα μετοχή
debunking
απλός αόριστος
debunked
παθητική μετοχή
debunked
Παραδείγματα
In his documentary, the filmmaker aimed to debunk conspiracy theories surrounding a famous historical event.
Στο ντοκιμαντέρ του, ο σκηνοθέτης στόχευε να απομυθοποιήσει τις θεωρίες συνωμοσίας γύρω από ένα γνωστό ιστορικό γεγονός.
Λεξικό Δέντρο
debunking
debunk
bunk



























