Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to debunk
01
απομυθοποιώ, αναιρώ
to reveal the exaggeration or falseness of a belief, claim, idea, etc.
Transitive: to debunk an idea or belief
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
debunk
γ΄ ενικό πρόσωπο
debunks
ενεστώτα μετοχή
debunking
απλός αόριστος
debunked
παθητική μετοχή
debunked
Παραδείγματα
The scientist worked to debunk the myth that eating chocolate causes acne, conducting rigorous studies to disprove the claim.
Ο επιστήμονας εργάστηκε για να απομυθοποιήσει τον μύθο ότι η κατανάλωση σοκολάτας προκαλεί ακμή, πραγματοποιώντας αυστηρές μελέτες για να διαψεύσει τον ισχυρισμό.
Λεξικό Δέντρο
debunking
debunk
bunk



























