Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
debonnaire
01
ευγενικός, γοητευτικός
having a sophisticated charm
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most debonnaire
συγκριτικός βαθμός
more debonnaire
διαβαθμίσιμο
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ευγενικός, γοητευτικός