Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
debilitated
01
αδυνατισμένος, εξασθενημένος
extremely weakened and experiencing a significant decline in physical or mental health
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most debilitated
συγκριτικός βαθμός
more debilitated
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The debilitated condition of the malnourished child called for immediate medical action.
Η εξασθενημένη κατάσταση του παιδιού με υποσιτισμό απαιτούσε άμεση ιατρική δράση.
Λεξικό Δέντρο
debilitated
debilitate
ability
able



























